Η νέα μεταφορά του film The Toxic Avenger, σε σκηνοθεσία του Macon Blair μοιάζει σε σημεία αχρείαστο, αφού δύσκολα πείθει ότι υπάρχει πραγματικός λόγος να ξαναγυριστεί μια τόσο cult και trash ταινία. Η σκηνοθεσία του Macon Blair προσπαθεί να βρει ισορροπία ανάμεσα στην υπερβολή, το μαύρο χιούμορ και το gore, αλλά πολλές φορές το αποτέλεσμα δείχνει χαοτικό και κουρασμένο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Peter Dinklage, ερμηνεύοντας τον Winston Gooze – έναν απελπισμένο πατέρα που, αφού μαθαίνει ότι είναι ανίατα άρρωστος, μεταμορφώνεται ακούσια σε ένα τερατώδες υπερήρωα έπειτα από την πτώση του σε δοχείο τοξικών αποβλήτων.
Η παρουσία του Peter Dinklage δίνει βάρος στο όλο εγχείρημα και είναι ένα από τα θετικά στοιχεία. Ο τρόπος που αγκαλιάζει το camp και το βρώμικο χιούμορ του έργου δείχνει πόσο απολαμβάνει τον ρόλο, και αυτό περνάει στον θεατή. Η ερμηνεία του είναι πολύ καλή και δείχνει το ταλέντο του ηθοποιού να προσαρμόζεται σε πολλά είδη κινηματογράφου. Μαζί με τον Kevin Bacon, τον Elijah Wood και το υπόλοιπο cast, η ταινία αποκτά μια δυναμική που λίγοι θα περίμεναν από ένα τόσο “trash” υλικό. Παρ’ όλα αυτά, το σενάριο δεν έχει πάντα ρυθμό, ενώ το χιούμορ συχνά φαίνεται ξεπερασμένο και κουραστικό.
Για όσους έχουν μεγαλώσει με την Troma (των Lloyd Kaufman και Michael Herz) και ξέρουν τι σημαίνει αυτό το όνομα, η ταινία μπορεί να λειτουργεί σαν φόρος τιμής και να δημιουργήσει ένα νοσταλγικό χαμόγελο. Για το ευρύτερο κοινό, όμως, μάλλον θα φανεί ως μια παράξενη μίξη τρόμου, σάτιρας και υπερβολής που δεν έχει ξεκάθαρη κατεύθυνση.
Οι σκηνές βίας – με αποκεφαλισμούς, εκρήξεις και υπερβολικά γκροτέσκα effects – αποτίουν φόρο τιμής στην αληθινή σχολή της Troma, δίνοντας στην ταινία ατόφια cult ιδιοσυγκρασία. Ωστόσο, ο φιλμικός χαοτισμός και οι σκηνοθετικές επιλογές στερούν από το The Toxic Avenger τη δυνατότητα να ξεχωρίσει ως αληθινά συναρπαστικό remake.
Αυτό που δυστυχώς λείπει είναι ο ουσιαστικός σκοπός. Η ταινία χάνει γρήγορα το momentum της, ειδικά στην τρίτη πράξη, όπου το βαρύ climax ανάμεσα στον Toxie και τον villain καταρρέει λόγω αδύναμης σκηνοθετικής προσήλωσης και χλιαρής κορύφωσης. Τα αστεία είναι συχνά φιλότιμα αλλά συχνά στερούνται δύναμης, ενώ η αλληλεπίδραση χαρακτήρων καταλήγει περισσότερο γοητευτική παρά ενδιαφέρουσα ή λειτουργική για την πλοκή.
Το remake επιχειρημα του The Toxic Avenger δεν έχει την ενέργεια της πρωτότυπης ταίνίας και ταυτόχρονα δεν μπορεί να έχει το “θράσος” της.
Γι’ αυτό τον λόγο μπορεί να χαρακτηριστεί εκτός από ανούσιο και χρονικά άκυρο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την ευαισθησία που δείχνει το κοινό της pop κουλτούρας τα τελευταία χρόνια, το οποίο δεν μπορεί να δεχθεί εύκολα πλέον “αστεία” και “humor” άλλης εποχής.
Η βαθμολογία του Fantasy Lab είναι 5/10.