Το 1990, ο σκηνοθέτης Irvin Kershner ανέλαβε να συνεχίσει την ιστορία του αστυνομικού-robot με το Robocop 2, έχοντας στα χέρια του ένα δύσκολο έργο: να σταθεί αντάξιος της κλασικής ταινίας του 1987 που σκηνοθέτησε ο Paul Verhoeven. Με τον Peter Weller να επιστρέφει στον εμβληματικό ρόλο του αστυνομικού Alex Murphy, η ταινία προσπάθησε να επεκτείνει το σύμπαν της πρώτης, φέρνοντας πιο έντονα κοινωνικά σχόλια αλλά και μια δόση υπερβολής που την καθιστά ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη.
Η υπόθεση επικεντρώνεται στην εταιρική διαφθορά της OCP, η οποία αναζητά τρόπους να εξελίξει το πρόγραμμα του Robocop με ακόμη πιο ισχυρά – αλλά και επικίνδυνα – μοντέλα. Παράλληλα, η πόλη του Detroit βυθίζεται όλο και περισσότερο στην εγκληματικότητα, με νέες απειλές να αναδύονται και τον Robocop να παλεύει όχι μόνο με το καθήκον του αλλά και με την ίδια του την ανθρώπινη υπόσταση. Η ταινία χωράει μέσα της θέματα όπως η απληστία, η εξάρτηση από ουσίες και η απώλεια της ταυτότητας, τα οποία ντύνονται με έναν πιο σκοτεινό και βίαιο τόνο σε σχέση με το πρωτότυπο.
Ο Peter Weller δίνει για άλλη μια φορά μια δυνατή ερμηνεία, αναδεικνύοντας την τραγικότητα του χαρακτήρα του. Ωστόσο, οι προσθήκες του σεναρίου των Frank Miller και Walon Green δημιούργησαν αντιδράσεις: ενώ η σάτιρα και η κοινωνική κριτική παραμένουν, αρκετοί θεατές βρήκαν ότι ο συνδυασμός υπερβολικής βίας και καρικατουρίστικων χαρακτήρων αλλοίωσε σε σημεία το ύφος της πρώτης ταινίας. Παρά ταύτα, η σκηνοθετική ματιά του Irvin Kershner διατηρεί μια ωμή ενέργεια και δίνει στο έργο μια ξεχωριστή ταυτότητα.
Σε επίπεδο παραγωγής, τα πρακτικά εφέ και τα μοντέλα stop-motion του Phil Tippett εντυπωσιάζουν αν αναλογιστεί κανείς την εποχή που γυρίστηκε η ταινία, προσφέροντας μερικές από τις πιο αξέχαστες μάχες της σειράς. Ο κακός της ταινίας, αν και συχνά θεωρείται λιγότερο εμβληματικός από τον Clarence Boddicker του πρώτου μέρους, καταφέρνει να αφήσει το δικό του στίγμα με μια απειλητική παρουσία που ταιριάζει στη γενικότερη ατμόσφαιρα.
Το Robocop 2 μπορεί να μην έφτασε ποτέ το επίπεδο αποδοχής και κλασικού status του προκατόχου του, όμως εξακολουθεί να αποτελεί μια ενδιαφέρουσα συνέχεια που δεν φοβάται να πειραματιστεί και να προκαλέσει. Είναι μια ταινία που φλερτάρει ανάμεσα στο κοινωνικό σχόλιο και την υπερβολή, αφήνοντας τον θεατή να αποφασίσει αν πρόκειται για ένα τολμηρό βήμα ή για μια άνιση προσπάθεια. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει κομμάτι ενός από τα πιο εμβληματικά sci-fi franchises της δεκαετίας του ’80 και των αρχών του ’90 και αξίζει μια ματιά από όσους θέλουν να δουν πώς ο θρύλος του Robocop εξελίχθηκε στη μεγάλη οθόνη.
Η βαθμολογία του Fantasy Lab είναι 6,5/10.