Η ταινία The Blair Witch Project των Daniel Myrick και Eduardo Sánchez, που κυκλοφόρησε το 1999, αποτελεί ένα κομβικό σημείο στην ιστορία του κινηματογράφου τρόμου, και ιδιαίτερα του υποείδους που έγινε γνωστό ως found footage horror.
Πρόκειται για μια ψευδοντοκιμαντερίστικη καταγραφή της “εξαφάνισης” τριών φοιτητών κινηματογράφου – των Heather Donahue, Michael C. Williams και Joshua Leonard (που υποδύονται ουσιαστικά εκδοχές του εαυτού τους)– οι οποίοι μπαίνουν στο δάσος του Burkittsville, Maryland για να ερευνήσουν τον τοπικό θρύλο της μάγισσας του Blair. Αυτό που ακολουθεί είναι η καταγραφή του υλικού που φέρεται πως βρέθηκε μετά την εξαφάνισή τους.
Η ταινία είναι εσκεμμένα ανεπιτήδευτη, τραβηγμένη με ερασιτεχνική κάμερα και σχεδόν καθόλου μουσική υπόκρουση, γεγονός που αυξάνει την αίσθηση ρεαλισμού. Αυτό το κινηματογραφικό style εντείνει την αίσθηση φόβου και ανασφάλειας, καθώς το κοινό καλείται να βιώσει τα γεγονότα μέσα από τα μάτια των χαρακτήρων, χωρίς την καθοδήγηση ενός παραδοσιακού αφηγητή ή κινηματογραφικής αφήγησης. Το σενάριο ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοσχεδιαστικό, με τους σκηνοθέτες να δίνουν στους ηθοποιούς καθημερινές οδηγίες μέσω σημειωμάτων και να τους αφήνουν να αλληλεπιδρούν αυθόρμητα, ενισχύοντας τη ρεαλιστική αίσθηση του πανικού και της σταδιακής ψυχολογικής διάλυσης.
Από πλευράς ηθοποιίας, οι ερμηνείες είναι ανεπιτήδευτες και ιδιαίτερα πειστικές. Η Heather Donahue, ειδικά, δίνει μια αφοπλιστική και εμβληματική ερμηνεία, με τη διάσημη σκηνή του απολογητικού μονόλογου μπροστά στην κάμερα να έχει μείνει στην κινηματογραφική ιστορία ως μία από τις πιο καθηλωτικές στιγμές τρόμου.
Η παραγωγή της ταινίας, με εξαιρετικά χαμηλό προϋπολογισμό, αξιοποίησε ευφυώς την έλλειψη πόρων μετατρέποντας τις αδυναμίες σε ατμοσφαιρική δύναμη. Η απουσία οπτικών εφέ, η θολή εικόνα, οι ασαφείς ήχοι τη νύχτα, όλα χτίζουν μια αίσθηση απειλής που δεν βασίζεται στο θέαμα, αλλά στον φόβο του αγνώστου. Το marketing της ταινίας, βασισμένο στην ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για αληθινά γεγονότα, συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχία της και γέννησε ένα νέο μοντέλο προώθησης μέσω του διαδικτύου – κάτι σχεδόν πρωτοποριακό για τα τέλη των ’90s.
Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεώρησαν το The Blair Witch Project υπερεκτιμημένο. Για κάποιους, η έλλειψη ρυθμού, το ανύπαρκτο σενάριο και η υποτυπώδης πλοκή ήταν περισσότερο ενοχλητικά παρά επιδραστικά. Αν περιμένει κανείς μια παραδοσιακή ταινία τρόμου με εξάρσεις έντασης και ξεκάθαρες απειλές, ίσως απογοητευτεί. Η δύναμη της ταινίας κρύβεται περισσότερο σε αυτά που δεν δείχνει, και λιγότερο στο ίδιο το υλικό της.
Συνοψίζοντας, το The Blair Witch Project δεν είναι απλώς μια ταινία τρόμου· είναι ένα κινηματογραφικό φαινόμενο που επανακαθόρισε τη σχέση θεατή και αφηγητή. Η επιρροή του είναι ανεξίτηλη, αν και η αισθητική και οι τεχνικές του ίσως να μην λειτουργούν εξίσου ισχυρά για τις νεότερες γενιές που είναι εξοικειωμένες με έναν πιο «γυαλισμένο» κινηματογράφο. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία παραμένει ένα θαρραλέο και ευφυές πείραμα στο είδος του τρόμου, που δοκιμάζει τα όρια της αφήγησης και της υπομονής του θεατή, και το κάνει με ένα πρωτοφανές μινιμαλιστικό πάθος.
H ταινία προτείνεται για θέαση.
Η βαθμολογία του Fantasy Lab είναι 8/10.